Δεν θέλω να είμαι σαν τους γονείς μου, μέχρι που έγινα…
Υπάρχει μια φράση που πολλοί άνθρωποι έχουν πει, κάποια στιγμή στη ζωή τους, με απόλυτη βεβαιότητα: «Εγώ δεν θα γίνω ποτέ σαν τους γονείς μου». Μπορεί να ειπώθηκε μετά από έναν καβγά, ύστερα από μια σκληρή κουβέντα, μια τιμωρία, μια αδιαφορία ή έναν τρόπο συμπεριφοράς που πληγώσαμε ως παιδιά. Και μεγαλώνοντας, ίσως πιστέψαμε πως επειδή αναγνωρίζουμε τι μας πλήγωσε, θα μπορέσουμε και να το αποφύγουμε. Όμως, κάποια χρόνια αργότερα, μπορεί να βρεθούμε να λέμε στο δικό μας παιδί μια φράση που κάποτε μας είχε πληγώσει. Να αντιδρούμε με έναν τόνο που θυμόμαστε καλά. Να θυμώνουμε όπως θύμωνε ο δικός μας γονιός. Και τότε έρχεται μια δύσκολη ερώτηση: «Πώς γίνεται να κάνω ακριβώς αυτό που υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα κάνω;» Η απάντηση δεν βρίσκεται στην έλλειψη αγάπης. Ούτε σημαίνει απαραίτητα ότι δεν έχουμε επίγνωση του παρελθόντος μας. Τα βιώματα της παιδικής ηλικίας δεν αποθηκεύονται μόνο ως αναμνήσεις που μπορούμε να αφηγηθούμε. Αφήνουν ίχνη στον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να αντιλαμβανόμαστε τη σχέση, την ασφάλεια, την απόρριψη, τον θυμό, την ανάγκη και την εγγύτητα. Κάποια από αυτά τα ίχνη μπορεί να ενεργοποιούνται χωρίς να το επιλέγουμε. Γι’ αυτό και η μνήμη δεν είναι ακριβώς θέμα επιλογής. Δεν επιλέγουμε τι θα θυμηθεί το σώμα και το συναίσθημά μας όταν μια κατάσταση μοιάζει, έστω και λίγο, με κάτι παλιό. Μπορούμε όμως να επιλέξουμε τι θα κάνουμε όταν αυτό συμβεί. Είναι διαφορετικό να θυμώνω και να φωνάζω επειδή «έτσι έμαθα» και διαφορετικό να αναγνωρίζω τον θυμό μου, να καταλαβαίνω τι τον ενεργοποίησε και να προσπαθώ να μην τον μετατρέψω σε συμπεριφορά που θα πληγώσει το παιδί μου. Ίσως, λοιπόν, ο στόχος δεν είναι να γίνουμε το ακριβώς αντίθετο από τους γονείς μας. Γιατί ακόμη και η απόλυτη προσπάθεια να μην τους μοιάσουμε μπορεί, παράδοξα, να μας κρατά δεμένους μαζί τους. Η πραγματική αλλαγή αρχίζει όταν μπορούμε να δούμε καθαρότερα την ιστορία μας. Να αναγνωρίσουμε τι πήραμε από την οικογένειά μας, τι μας πλήγωσε, τι μας βοήθησε και τι δεν θέλουμε να μεταφέρουμε παρακάτω. Και τότε συμβαίνει κάτι σημαντικό: δεν χρειάζεται να διαγράψουμε τη μνήμη για να αλλάξουμε την ιστορία. Δεν μπορούμε πάντα να επιλέξουμε τι κουβαλάμε μέσα μας. Μπορούμε όμως, σταδιακά, να επιλέξουμε τι θα κάνουμε με αυτό που κουβαλάμε. Γιατί η γονεϊκότητα δεν είναι μια ευκαιρία να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε σαν τους γονείς μας. Είναι ίσως η ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα ποιοι γίναμε εξαιτίας τους και, από εκεί και πέρα, ποιοι θέλουμε να γίνουμε εμείς.

